Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

(...)
Άνθρωπε, άθελα σου
Κακέ- παρ' ολίγο η τύχη σου άλλη.
Σ' ένα, έστω, λουλούδι αντίκρυ αν ήξερες
Να πολιτεύεσαι
σωστά, θα τα 'χες όλα. Επειδή από τα λίγα, μερικές φορές
Και από το ένα- έτσι ο έρωτας-
Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα. Μόνο το πλήθος να:
Στο χείλος των πραγμάτων στέκει
Όλα τα θέλει και τα παίρνει και δεν του μένει τίποτα.
(...)
Επειδή και ο Αφανής, παρών αισθάνομαι πως είναι
Ο μόνος που τον ονομάζω Πρίγκιπα, όταν
Ήρεμα το σπίτι
Αγκυροβολημένο μεσ' στο ηλιοβασίλεμα
Βγαίνει άγνωστες λάμψεις
Και σαν από έφοδο, μια σκέψη
Εκεί που για τ' αλλού τραβούσαμε αναπάντεχα μας κυριεύει.



(Οδ.Ελύτης-απόσπασμα Villa Natacha-1969)

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Μέσα της έκλαιγε ένα μπλουζ και αυτός βαφότανε στα ρουζ…

Επήαινε τζιαι έρκετουν μέσα στο δωμάτιο σαμπώς τζιαι τα βήματα της θα την ευκάλαν που τούτη την αδιέξοδη κατάσταση. Πως μπορεί ο άνθρωπος να χωρά τόσο μεγάλα συναισθήματα χωρίς να εκρήγνυται; Τι είναι τελικά η ψυσιή τζιαι μπορεί να σηκώνει τόση θλίψη;
Πάνω που εσκέφτετουν “έλεος!” άκουσε την πόρτα της να ανοίει. Οι φίλοι εν που τα πολυτιμότερα πράματα που τυχαίνουν στη ζωή του ανθρώπου. Μόλις επήρε τα κακά μαντάτα ήταν σαν να μεν εμπορούσε να τα βαστά ούλλα μόνη της τζιαι εναπόθεσε “τον αφρό” των συναισθημάτων της πάνω τους. Εν κάτι ώρες που είσαι τόσο μόνος σου, τζείνα που νιώθεις εν τόσο βαθκιά που φοάσαι. Θέλεις να ξέρεις ότι εν κάποιος δίπλα σου ακόμα τζιαι ας μεν στέκεται στο ίδιο σημείο της ψισιής σου. Ξέρει όμως λίο τα κατατόπια της έτσι ξέρει τζιαι πόθεν να σε περιμένει να ξαναφανείς.
“Φίλε παντρεύκετε”…ήταν η πρώτη κουβέντα που της είπε με το που εμπήκε. Με το άκουσμα τζιαι μόνο της λέξης αναγνώρισε τη πίκρα τζιαι στα μάθκια της άλλης που έκαμε όμως μια προσπάθεια να διακόψει όσα τούτη η κουβέντα επροκαλούσε. “Ναι φίλε αλλά θυμάσαι; Έψαχνες τζαιρό τωρά τούτο το σημείο στίξης. Δεν την έβαλες μόνη σου την τελεία αλλά επήρε τη θέση της. Έκατσε στον τόπο της”.
Ούτε να κλάψει δεν εμπορούσε. Είσιεν ένα κόμπο μες στο λαιμό τζιαι η φωνή της εκραθκιέτουν άμπα τζιαι φτάσει κοντά του. Δεν ήταν η ώρα τωρά. Αφού αναίσθητη δεν μπορεί να γίνει, μπορεί έστω να δείξει αληθινή αγάπη τζιαι να τον αφήσει να ευτυχίσει. Η δική του η ώρα η καλή, η δική της η ώρα η δύσκολη. Εθρηνούσε αλλά η στιγμή της “κηδείας” εν η ώρα της κορύφωσης. Μπορεί να φκεί τζιαι εχτός εαυτού. Τι σημασία έσιει; Όταν θάψεις το νεκρό σου γαληνεύκεις για κάποιον περίεργο λόγο μετά.
Μόνο κάτι μήνες είχαν περάσει που τότε που η ιστορία ήταν πολλά διαφορετική. Ακόμα τζιαι για τούτο όμως δεν εμπορούσε να νιώσει θυμό. Ήξερε πως κάποιοι άνθρωποι έχουν γερά καρφωμένους τους στόχους τους τζιαι παλεύκουν όσο σώνουν για να τους πετύχουν. Όταν δεν μπορείς να ακολουθήσεις το βήμα τους είσαι απλά εμπόδιο.
“Εσένα ποιος εν ο στόχος σου;”…Εξιπάστηκε που τη φωνή της φίλης της τζιαι εφοήθηκε ταυτόχρονα…ήταν παντές τζιαι εθκιάβαζε την σκέψη της.




(…μ’ αυτή η πληγή, αυτή η πληγή πως κλείνει; Φίλε μου πες μου να σωθώ…)

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Τα χρόνια περνούν μαμά…

Εκάθετουν πάνω στο κρεβάτι της μάμας της τζιαι περίμενε. Προσπαθούσε να συγκεντρώσει τη σκέψης της. Μάταια όμως, ο ενθουσιασμός της δεν την άφηνε. Ούλλα τα παλαβά επαρατηρούσεν τα τζείνη την ώρα…ας πούμε το ότι για τα έντεκα της χρόνια ήταν ψηλό μωρό τζιαι ήταν που τις λίες φορές που εκάθετουν κάπου τζιαι εμπορούσε να σούζει τα πόθκια της χωρίς να ακουμπά καθόλου το πάτωμα• το ότι το δωμάτιο εξακολουθούσε να είναι ψυχρό παρόλο που τους τοίχους του διακοσμούσαν ασορτί πίνακες…“Τούτες οι ιδιωτικές κλινικές πιάνουν τόσα λεφτά που τον καθένα που έρκεται δαμέσα να νοσηλευτεί τζιαι έναν διακοσμητή δεν πιάνουν να κάμει καλή δουλειά ρε παιδί μου, πόσο κακόγουστα εν τούτα τα πράματα, μόνο τζείνη η γυάλα κάτω στην είσοδο ήταν ωραία” εσκέφτηκε.
Τα βήματα τζιαι οι ομιλίες που άκουσε να έρκουνται που το διάδρομο την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Ήταν οι γονείς της, η πιο μικρή της αδερφή που δεν εξαπολούσε τη μάμα της λεπτό τζιαι το μωρό, το μωρό μας, όπως εσυνήθιζε να το αποκαλεί.
Ο νους της εγέμωσε με τις θύμησες των τελευταίων εννιά μηνών αλλά τζιαι πολλών προηγούμενων. Εν θα ξεχάσει ποτέ τότε, κάπου στα πέντε της που την έπιασε μεγάλο μαράζι επειδή μια φίλη της, της είπε πως οι μαμάδες χρησιμοποιούν τις σερβιέτες για να μην κάμνουν μωρά. Έκλαιε γιατί τζείνη ήθελε τη μάμα της να κάμει τζιάλλο μωρό αν τζιαι είσιε ήδη μια μικρότερη αδερφή. Δεν άντεξε τζιαι επήε να της πει να σταματήσει να αγοράζει σερβιέτες. Η μάμα της εγέλασε τζιαι μετά εξήγησε της γιατί η γεναίτσιες χρειάζεται να κάμνουν τούτο το πράμα. Έκατσε η καρθκία της στον τόπο της.
Παρόλα αυτά μωρό δεν έρκετουν τζιαι η ίδια δεν εσταματούσε μέρα νύχτα να μουρμουρά στους γονείς της πως θέλει μικρό αδερφάκι. Επιστράτευε τζιαι τα μεγάλα μέσα τζιαι κάθε νύχτα επαρακάλαν τον Ύψιστο στη προσευχή της να της στείλει ένα. Πάνω που άρχισε να πιστεύκει πως είτε που ήταν πολλά κακό μωρό τζιαι ο θεός δεν την άκουε, είτε που απλά δεν υπήρχε θεός, να σου η μάμα έγκυος!
Είσιε πλέον μεγαλώσει για να πιστεύκει πως εν η δική της η προσπάθεια που τους έφερε ένα μωρό αλλά τούτο δεν την ένοιαζε πλέον. Η χαρά της ήταν τόσο μεγάλη που κανένα δώρο που έπιασε που τους γονείς της μέχρι τζείνη τη στιγμή δεν ήταν τόσο σπουδαίο όσο τούτο. Αναρωτιόταν κατά καιρούς αν τον ίδιο ενθουσιασμό θα ένιωθε τζιαι για την άλλη της αδερφή αν ήταν πιο μεγάλη όταν εγεννιέτουν. Κρίμα που δεν θυμάται. Ένιωθε πολλές φορές πως μπορεί να μην της έδειχνε πόσο την αγαπά τζιαι τζείνην. “Μπορεί όταν εν να μεγαλώσω να τα καταφέρνω καλύτερα”…καθησύχαζε τον εαυτό της.
Οι φωνές ακούουνταν που πιο κοντά τωρά τζιαι ο νους της δεν εμπορούσε να βάλει άλλους λογισμούς. Η χαρά της ήταν τόσο μεγάλη που ήθελε να τσιριλλήσει αλλά εσυγκρατούσε τον εαυτό της. Αλήθκεια ήταν χαρούμενη. Όταν επήε στη μάμα της προηγουμένως για να της πει ευχαριστώ που τους έκαμε μωρό είπε της χαρακτηριστικά “τωρά είμαι πολλά ευτυχισμένη”…που να ήξερε πως μερικά πράγματα δεν κρατούν τζιαι δεν αφορούν τα πάντα.
Η πρώτη εικόνα του μωρού πίσω που τη βιτρινούα δεν ήταν ότι περίμενε να δει. Εφάνηκε της λίο κοτζινισμένο-μαυρισμένο τούτο το μωρό τους. Ο παπάς όμως εξήγησε τους πως εν που τη γέννα τζιαι πως αύριο θα είναι “κανονικό” μωρό. Ήταν όμως πολλά αγχωμένη ακόμα. Τωρά θα το έφερναν στο δωμάτιο τζιαι θα την αφήναν να το κρατήσει στην αγκαλιά της. Άραγε αναγνωρίζει τις φωνές τους; Είπαν τόσα πολλά πριν ακόμα γεννηθεί. Η μάμα εκάθετουν στο καναπέ τζιαι της άφηνε να μιλούν τζιαι να ακουμπούν τη κοιλιά της. Εκάμναν όνειρα τζιαι σχέδια τι θα κάμνουν με το μωρό. Εκουρτίζαν τζιαι τη μιτσιά τζιαι προσπαθούσαν να της προκαλέσουν ενθουσιασμό γιατί εζήλευκε λίο. Δεν θυμάται αν έκαμε ποτέ περισσότερα όνειρα που τζείνο το τζαιρό.
Το μωρό ήταν τωρά στο δωμάτιο. Μετά που λίο στην αγκαλιά της. “Προσεχτικά- προσεχτικά τζιαι με φοάσαι” είπεν της η μάμα. Εγεμώσαν τα μάθκια της τζιαι έμεινε να τη θωρεί. Ύστερα που λίο είπε της “είμαι η μεγάλη σου αδερφή τζιαι θα σε έχω πάντα έννοια”. Ήταν σαν να το ορκίζετουν.
Δεκαοχτώ χρόνια μετά διαπιστώνει πως ίσως να εν ο μόνος όρκος που δεν επάτησεν ποτέ.