Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Έτσι, γιατί περίεργα την είδα…

Οι τσακισμένες του σελίδες προδίδουν τις πολλές αναγνώσεις, τα βαθιά ανοίγματα της ράχης του σε αρκετά σημεία την διαφορετική εστίαση της κάθε μιας που τζείνες τζιαι ο χρόνος που μένει κλειστό στην συνέχεια μέσα στα χέρια μου τα πολλά τζιαι διαφορετικά συναισθήματα που μου προκαλεί τζιαι που μ’αφήνει…Η σκέψη ξέρει που μόνη της τον προορισμό που κάποιες φορές προδίδεται τζιαι τζείνος τζιαι άλλες καταφέρνει να χωστεί. Ένα από τα ωραιότερα που γράφτηκαν ποτέ…Μονόγραμμα(Ο. Ελύτης).

Θα πενθώ πάντα - μ’ ακούς; - για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο.
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια.
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα "πίστεψέ με" και τα "μη"
Μια στον αέρα , μια στη μουσική
Τα δυό μικρά ζώα, τα χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τούς φράχτες
Την ανεμώνα πού κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμες τρείς φορές το μωβ τρείς μέρες πάνω απο τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα πού βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα και μού ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά -κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουνε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ και σ’αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι πού τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’εγώ, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ακούς
Που μ’αφήνεις, πού πας και ποιός, μ’ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιανές και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ’ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν περώματα, μ’ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ’ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ακούς
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς
Σ’άλλη γη, σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει - ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς.
V.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να’ ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ’ρθω
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
VI.
Έχω δει πολλά και η γη μες’ απ’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας
Έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Και να παίζει με τ’άσπρο και το κυανό η ψυχή μου !
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολόγια και το γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς τον Παράδεισο !
VII.
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

But I know I can’t count on you…

Μέσα στον μικρό εσωτερικό χώρο του αυτοκινήτου γίνομαι για άλλη μια φορά ο μόνος θεατής ενός καλού, ως προς την ερμηνεία, μονόλογου. Μιλά ακατάπαυστα, σχεδόν αναπαριστά τη σκέψη τζιαι το συναίσθημα του. Προσπαθώ να τον παρακολουθήσω τζιαι όχι μόνο να τον ακούω. Οδηγώ όμως τζιαι τούτο εν δύσκολο. Βρίσκω πολλά ενδιαφέρον αυτή του τη στιγμή. Περνά του. Θα μου πεις δουλειά του… Μερικές φορές μπαίνω στον πειρασμό να σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι ποτέ αληθινός, μπας τζιαι πάντα εν σε ρόλο. Κάτι θα κάμει όμως κάθε φορά για να μου ανατρέψει εν αγνοία του τούτη μου την αμφιβολία. Δεν ζητώ όμως που τζείνον επιβεβαίωση…από κανέναν πλέον. Έμαθα να το χειρίζομαι τζιαι τούτο μόνη μου.
Τον διακόπτω. Αποφασίζω να το κάνουμε διάλογο. Αναφέρω πως νοιώθω σαν να είμαι σε αναμονή εδώ τζιαι αρκετό καιρό αλλά δεν έχω ιδέα καν τι περιμένω…Δεν αντιδρά για την παρέμβαση. Συμφωνεί. Λέει πως έβαλα λόγια στη σκέψη του. Μα τούτο προσπαθούσε να πει τόσην ώρα;…ήντα η Πάφος πέφτει πιο κοντά. Εκνευρίζεται που τη διαπίστωση τζιαι της δικής του αναμονής. Λέω υπομονή τζιαι προσπαθώ να του ξε-καθαρίσω την εικόνα. Νομίζω κάτι άρχισε να βλέπει…Ο άντρας λεν πως μιλά τζιαι αναζητά λύση, η γυναίκα μιλά γιατί εν απλά μουρμούρα. Ίσως κατά κάποιο τρόπο να εν αλήθκεια.
Κόκκινο φανάρι τζιαι σταματώ. Καταφέρνω να τον δω. Σκέφτομαι πως τούτο το πράγμα εν απλά μισό. Μισογεμάτο, μισοάδειο, μισοτελειωμένο, μισάνοιχτο, μισοφαγωμένο, μισό…μισώ το μισό. Μερικές φορές μισώ τον μαζί με το μισό του, τζείνο της παρουσίας, της απουσίας, του συναισθήματος, του λόγου, της φύσης τζιαι της συμπεριφοράς του…Μισώ τζιαι το δικό μου μισό που πάντα μόνο τζείνο καταφέρνει να κερδίσει.
Διάλογος off…βυθίζομαι στα δικά μου…Μονόλογος on. Θυμούμαι που έγραφα προχτές-κάπου-πως τα γεγονότα από μόνα τους δεν καθορίζουν πάντα την εξέλιξη των πραγμάτων. Η αντικειμενική πτυχή μιας δεδομένης κατάστασης ή ακόμα τζιαι ενός συμβάντος θυσιάζεται στο βωμό της υποκειμενικής αντιμετώπισης, των προσωπικών αντιλήψεων τζιαι των αναγκών του ανθρώπου.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει τζιαι με την μνήμη…Τούτη που μου κρατά άλλο ένα κομμάτι τζιαι που φορές τείνω να την μισώ επίσης. Η μνήμη...που με τον καιρό ανασκευάζεται. Η αλήθκεια των γεγονότων καθίσταται ζήτημα προσωπικής τζιαι διαφορετικής αντίληψης που τον καθένα...πάντα! Ο χρόνος υποβοηθά, αναγκάζει ή οδηγεί στο να προσδίδεται διαφορετική ερμηνεία, πέρα που την πρώτη…την αυθεντική. Η εσωτερική ανάγκη του πλασμάτου, όποια τζιαι αν είναι κάθε φορά, κατευθύνει, διαστρεβλώνει τζιαι δημιουργεί καινούργια ανάμνηση. Όσα υπάρχουν ακόμα νωπά δημιουργούν μια συνέχεια για να σου παρέχουν τη δυνατότητα, να ανασύρεις το πληροφοριακό υλικό που τελικά θα επιλέξεις να κρατήσεις-αφού αποφασίζεις πως μόνο τζείνο χρειάζεσαι- τζιαι το οποίο θα ονομάσεις εμπειρία. Τα δύσκολα ή τα επώδυνα θα τα σύρεις στη λήθη ή εάν δεν τα καταφέρεις απλά θα τα εξωραΐσεις. Εύκολο; Χμ…ίσως όχι δύσκολο.
.......
Εξακολουθεί να μιλά…παρακολουθώ τον αλλά δεν τον ακούω. Ο εσωτερικός μου θόρυβος υπερισχύει του δικού του. Ίσως κάποιαν άλλη φορά να ένιωθα ενοχές που δεν είμαι πραγματικά δαμέ. Τωρά όχι. Ίσως εν ένας τρόπος τιμωρίας από μέρους μου για το ότι θα φύγει πάλε. Καταλαβαίνει πως είμαι στον κόσμο μου τζιαι σιωπά. Μετά μιλά: Είσαι αλλού; Ουου…Χρόνια τώρα-τόπους τόπους-είμαι μόνον αλλού, Πε μου που, άλλωστε είμαστε φίλοι.